Άρειος Πάγος: Ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων

Ο Ασφαλιστικός Σύμβουλος έχει Εμπορική Ιδιότητα και Πτωχευτική Ικανότητα και δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του αρ.1 παρ.1 Ν.3869/2020 έκρινε με απόφασή του ο Άρειος Πάγος

Την σχετική απόφαση με θέμα “Ρύθμιση Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων Προϋπόθεση η Έλλειψη Εμπορικής Ιδιότητας που συνεπάγεται Πτωχευτική Ικανότητα” δημοσιεύει η “Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου

Ειδικότερα ,σχετικά με την δικαστική απόφαση , μεταξύ άλλων, αναφέρει και τα παρακάτω:

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως του αρ. 560 παρ. 1 ΚΠολΔ- ερμηνεία αρ. 1 παρ. 1 Ν.3869/2020: δεν υπάγονται στη ρύθμιση όσοι κατά το χρόνο παύσεως πληρωμών είχαν την εμπορική ιδιότητα, εξαιρουμένων των μικροεμπόρων- Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως ασφαλιστικού συμβούλου του προσέδωσε εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα

Κατά το άρ. 1 παρ. 1 του Ν.3869/2010 ρητή προϋπόθεση της δυνατότητας ρύθμισης ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προσώπων που έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής τους είναι η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας των προσώπων αυτών. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ), δηλαδή, εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών. Επίσης, υπάγονται και οι «μικροέμποροι», για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους μόχθου και κόπου και όχι κερδοσκοπικής δραστηριότητας (ΑΠ 947/1995). Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 οι οφειλέτες, που ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΤΗΣ ΠΑΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ είχαν την εμπορική ιδιότητα (αν έπαυσαν τις πληρωμές, όταν ήταν ακόμα έμποροι τότε απορρίπτεται η αίτηση). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση, που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Β. Διατάγματος 2/14.05.1835 ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται, ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου. Γι’ αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους, κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 418/2019, ΑΠ 803/2017). Τέλος, κατά το αρθρ. 1 του ΕμπΝ, που ορίζει ότι έμποροι είναι όσοι μετέρχονται πράξεις εμπορικές και κύριο επάγγελμα έχουν την εμπορία, απαιτείται, ως στοιχείο της νομικής έννοιας του εμπόρου, να ασκεί αυτός εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα, έστω και αν αυτό δεν είναι το κύριο ή το μοναδικό επάγγελμα του, αρκεί να επιχειρεί αυτός κατά συνήθεια τις εμπορικές πράξεις (ΑΠ 1282/1979). Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (Ολ.ΑΠ 1513/1980). Περαιτέρω, έμπορος είναι κατά κανόνα και ο, κατά το άρθρο 2 παρ.1 του Ν. 1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 11 παρ.2 του Ν. 2170/1993, ασφαλιστικός πράκτορας, ο ενεργών κατά σύνηθες επάγγελμα ασφαλιστικές εργασίες, που αποδέχεται υπό την ιδιότητα του αυτή ως ασφαλιστή τους κινδύνους τρίτων έναντι αντιπαροχής, καταρτίζοντας ασφαλιστήρια συμβόλαιο και διαθέτοντας τα αναγκαία για το σκοπό αυτό κεφάλαια (ΑΠ 196/1995, ΔΕΕ 1995 σελ. 499). Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονομασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 του άνω νόμου (ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ.24 Ν. 2496/1997). Περαιτέρω στη ρύθμιση του νόμου 3869/2010 δεν υπάγονται πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, αν η δραστηριότητα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις για την οργανωμένη οικονομική επιχείρηση, με προσωπικό, εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, στοιχεία που προσδίδουν την εμπορική ιδιότητα σε ένα πρόσωπο εκτός αν πρόκειται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα για τους χαρακτηριζόμενους ως μικρέμπορους, δηλαδή αυτούς για τους οποίους το κέρδος από την άσκηση εμπορικών πράξεων αποτελεί αμοιβή του σωματικού τους κόπου και όχι κερδοσκοπικών συνδυασμών. Παρά την έλλειψη δηλαδή ρητής στο νόμο διάταξης με την οποία εξαιρούνται του χαρακτηρισμού τους ως εμπόρων, με την έννοια του άρθρου του 1 του ΕμπΝ, οι αποκαλούμενοι ως «μικροέμποροι», εντούτοις τόσον από την επιστήμη όσον και από τη νομολογία γίνεται δεκτός ο ως άνω αποκλεισμός.

Εν προκειμένω, ορθώς το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το χρόνο παύσεως των πληρωμών είχε την εμπορική ιδιότητα και δεν υπήγετο στο πεδίο εφαρμογής του αρ. 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων από 21.06.1993 έως και 12.02.2012, ήτοι για χρονικό διάστημα 19 ετών, ήταν ασφαλιστικός σύμβουλος με σύμβαση έργου σε ασφαλιστική εταιρεία, εγγεγραμμένος στο μητρώο ασφαλιστικών συμβούλων του Επιμελητηρίου Δράμας, από την 08.02.2007 έως και την 08.02.2013 και ασφαλισμένος στον οργανισμό ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών μέχρι την 01.01.2013. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ο αναιρεσείων όφειλε να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξεύρεση μεγαλύτερου αριθμού υποψηφίων πελατών προς ασφάλιση και η αμοιβή του ήταν με τη μορφή προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων. Ο αναιρεσείων ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα, από την 21.06.1993 έως και την 12.12.2012, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 13.12.2012 (άρα και κατά το κρίσιμο έτος 2012 κατά το οποίο γεννήθηκαν τα επίδικα χρέη του προς τις πιστώτριες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες), ασκώντας κατά συνήθεια την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, η οποία είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη. Επομένως, κατά το κρίσιμο διάστημα ο αναιρεσείων ήταν έμπορος και όχι μικροέμπορος. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως.



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *