Ευθύνη του αυτοκινητοδρόμου για τροχαίο λόγω ομβρίων υδάτων [Δικαστική Απόφαση]

Εκτροπή Οχήματος λόγω ομβρίων υδάτων. Ευθύνη της Εγνατίας Οδού ΑΕ και της παραχωρησιούχου κατασκευάστριας εταιρίας

Εκτροπή οχήματος που κινείτο σε αυτοκινητόδρομο (Εγνατία Οδό), λόγω συσσωρευμένης ποσότητας ομβρίων υδάτων που είχαν καλύψει όλο το πλάτος του οδοστρώματος, (και τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας) με συνέπεια, να προσκρούσει στο διαχωριστικό διάζωμα και εν συνεχεία να εκτραπεί προς τα δεξιά, να διέλθει από το κενό που υπήρχε στις μεταλλικές μπάρες, οι οποίες είχαν καταπέσει λόγω προηγηθέντων τροχαίων ατυχημάτων και να επιπέσει τελικώς σε πρανές βάθους 5 μέτρων, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμότου οδηγού.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του Ν. 3212/2003, αρμοδιότητες σχετικές με την ευθύνη συντήρησης, λειτουργίας ή εκμετάλλευσης οδικών δικτύων, οι οποίες σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από το Δημόσιο και νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, αν αφορούν την Εγνατία Οδό, ανήκουν αποκλειστικώς στην «…ΑΕ» και ασκούνται από αυτήν.
Κρίθηκε ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας της συγκλίνουσας αμέλειας των εναγομένων και συγκεκριμένα αφ’ ενός μεν λόγω της συσσώρευσης ομβρίων υδάτων επί του οδοστρώματος, η οποία οφειλόταν στην καθίζηση του οδοστρώματος, για την αποκατάσταση του οποίου ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη η πρώτη εναγομένη κατασκευάστρια εταιρία, αφ’ ετέρου δε από τις παραλείψεις της δεύτερης εναγομένης, που είχε προστηθεί από την πρώτη εναγομένη στην αστυνόμευση της οδού, και ειδικότερα στο ότι αυτή δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα πρόσθετης σήμανσης, που να επισημαίνουν τον κίνδυνο ολισθηρότητας του οδοστρώματος και ρυθμιστικές πινακίδες που να περιορίζουν το όριο ταχύτητας, ώστε να μειώνουν οι οδηγοί την ταχύτητά τους και να μην αιφνιδιάζονται καθώς και σχετική προσωρινή σήμανση για το ότι είχαν καταπέσει οι μεταλλικές μπάρες ασφαλείας.
Ο σχετικός ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι είχε αναθέσει την αστυνόμευση της οδού στην δεύτερη εναγομένη, η οποία φέρει και την αποκλειστική ευθύνη για την αστική αποζημίωση τρίτων για τις πράξεις ή παραλείψεις της, βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η πρώτη εναγόμενη, ως κυρία του έργου, η οποία ανέθεσε τη συντήρηση σε ανάδοχο εταιρία φέρει ευθύνη για τις πράξεις ή παραλείψεις της αναδόχου εταιρίας, σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του Ν.3212/2003 έχει την αποκλειστική ευθύνη συντήρησης της οδού, εξακολουθούσε δε να έχει το δικαίωμα επίβλεψης αυτής και διέθετε και τις τεχνικές γνώσεις και όφειλε να τον πράξει. Ο σχετικός δε όρος περί αποκλειστικής ευθύνης της αναδόχου που περιλαμβάνεται στη σύμβαση και στην ειδική συγγραφή υποχρεώσεων αναφέρεται στις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να προβληθεί έναντι των εναγόντων, η δε εξ αναγωγής ευθύνη αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης.
Με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 330, 914 και 922 του ΑΚ, όπως, επίσης, ορθά ερμήνευσε και αρνητικά εφάρμοσε εν προκειμένω το άρθρο 300 ΑΚ, (ως προς το ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του παθόντος). Κατά συνέπεια, και οι τρεις αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού το Εφετείο διέλαβε στις αιτιολογίες της απόφασής του: α) ποια ήταν τα συγκεκριμένα μέτρα που παρέλειψε, μολονότι όφειλε και μπορούσε, να λάβει, , η εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της και δη, ως έχουσα την ευθύνη της αστυνόμευσης της ως άνω οδικής αρτηρίας, να μεριμνήσει, για τον εντοπισμό υπαρχόντων κινδύνων για τους χρήστες της, όπως η συσσώρευση λιμναζόντων υδάτων, και το κενό στις προστατευτικές μπάρες στο επίμαχο σημείο, λόγω καταπτώσεως τμήματός τους, εξαιτίας προηγηθέντων ατυχημάτων, των οποίων αυτή είχε λάβει, γνώση πριν συμβεί το ένδικο ατύχημα, καθώς και για την, έγκαιρη, τοποθέτηση, κατάλληλης προειδοποιητικής γι’ αυτούς (χρήστες) σήμανσης των εν λόγω κινδύνων, ώστε αυτοί να ρυθμίζουν ανάλογα την κίνηση και την ταχύτητα των οχημάτων τους, για να μπορούν τους αποφεύγουν. β) Ότι οι υπαίτιες αυτές παραλείψεις, των προστηθέντων της ήδη αναιρεσείουσας, εναγομένης, συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα ο συγγενής των ήδη αναιρεσίβλητων, εναγόντων. Και, τέλος, γ) ότι τον ανωτέρω θανόντα δεν βαρύνει συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, διότι αυτός έβαινε στο επίμαχο οδικό σημείο με μειωμένη ταχύτητα (80 χλμ/ώρα έναντι 120 χλμ/ώρα του εκεί, ανωτάτου, επιτρεπομένου) και ότι τα συσσωρευμένα ύδατα που κάλυπταν όλο το πλάτος του οδοστρώματος, δεν ήταν ορατά από απόσταση, αφού βρίσκονταν αμέσως μετά από αριστερή στροφή και δεν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση, εκ μέρους του, οποιασδήποτε ενέργειας αποφευκτικής του ατυχήματος.

Πηγή: esd.gr



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *