Ιωάννης Παν.Βοτσαρίδης: “Οι φυσικές καταστροφές και η ασφαλιστική προσέγγιση”


Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα  ήταν η ομιλία του Ιωάννη Παν. Βοτσαρίδη,  προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Ιnterlife, στη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρίας την Τετάρτη 12 Ιουνίου, με θέμα: Οι φυσικές καταστροφές και η ασφαλιστική προσέγγιση”

Στην εισαγωγή της ομιλία του ο κ. Βοτσαριδης επισήμανε:

Τα φαινόμενα των φυσικών καταστροφών στην Ελλάδα παρουσιάζονται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια. Το ύψος των οικονομικών απωλειών που προκαλούν αυτά τα φαινόμενα παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, γεγονός που προβληματίζει τόσο την κοινωνία όσο και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο βαθμό που καλούνται αυτές να διαχειριστούν τέτοιας φύσεως ασφαλιστικούς κινδύνους.”

Στην συνέχεια έκανε μία ενδιαφέρουσα παρουσίαση για τις πολύνεκρες φυσικές καταστροφές που έπληξαν τις τελευταίες δεκαετίες τη χώρα μας και στιγμάτισαν γενιές ολόκληρες με τον όλεθρο και τον πόνο που προκάλεσαν.

Συνοψίζοντας , τα αίτια  που προκάλεσαν ζημιές μεταξύ των ετών 1993-2018, ανέφερε, είναι πέντε

Το πλήθος των περιστατικών ανά αιτία φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:

Πλήθος καταγεγραμμένων περιστατικών ανά αιτία ζημιάς

Πλήθος περιστατικών Αιτία ζημιάς  

  • 1 Χιονόπτωση
  • 17 Βροχοπτώσεις
  • 3 Δασικές πυρκαγιές
  • 5 Σεισμοί
  • 2 Πολιτικές ταραχές

Σύνολο 28

Από τις παραπάνω αιτίες προκλήθηκαν 24.106 δηλώσεις ζημιών (απαιτήσεις), με ποσό συνολικής απαίτησης 358,8 εκατ. €.

Αυτό που παρατηρεί κάποιος είναι ότι η μεγαλύτερη μέση ζημία προκλήθηκε από πολιτικές ταραχές και η αμέσως επόμενη από δασικές πυρκαγιές. Ακολουθούν ο σεισμός, οι βροχοπτώσεις και, τέλος, οι χιονοπτώσεις.

Όπως γίνεται φανερό, τα περιστατικά έντονων βροχοπτώσεων που προκαλούν καταστροφές στην Ελλάδα εμφανίζονται αρκετά συχνά τα τελευταία χρόνια.

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του υπογράμμισε:

Από το 1980 έως το 2011 το κόστος των φυσικών καταστροφών στην ΕΕ ανήλθε σε 445 δις €. Το 50% περίπου των ζημιών μπορούν να αποδοθούν σε μεγάλα συμβάντα, όπως οι καταιγίδες Lothar το 1999, Kyrill το 2007 και Xynthia το 2010, και στις πλημμύρες στην κεντρική Ευρώπη το 2002 και στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2007. Οι δαπάνες για αποζημιώσεις λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων στα κράτη μέλη του ΕΟΧ αυξήθηκαν από 9 δις € τη δεκαετία του 1980 σε περισσότερα από 13 δις € τη δεκαετία του 2000.  

Μια πρόσφατη έρευνα της ΕΕ έδειξε ότι η ασφάλιση έναντι καταστροφών, εμφανίζει σήμερα σε ορισμένα κράτη, χαμηλό βαθμό διείσδυσης. Οι κίνδυνοι πλημμυρών, καταιγίδων, ή σεισμών είναι, όπως αναμενόταν, ετερογενείς στα διάφορα κράτη. Σε κάποιες περιπτώσεις οι ασφαλιστικές, έναντι μεγάλων ζημιών φυσικών καταστροφών, δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν πλήρως στους υφιστάμενους κινδύνους. Η διείσδυση της ασφάλισης, έναντι θύελλας, είναι υψηλή, ενώ έναντι πλημμύρας και σεισμού, είναι υψηλότερη, μόνο όμως στις περιπτώσεις που οι κίνδυνοι ομαδοποιούνται με άλλους κινδύνους (ολοκληρωμένα πακέτα ασφάλισης).

Επιπλέον, αναφέρθηκε στο θέμα των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα για την αντιμετώπιση και κάλυψη των κινδύνων από φυσικές καταστροφές, τονίζοντας τα παρακάτω:

Μέσω ΣΔΙΤ (Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα) οι ασφαλιστές είναι δυνατόν να προσφέρουν την τεχνογνωσία και τα εργαλεία τους για την αξιολόγηση των κινδύνων, την πώληση ασφαλιστηρίων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την παροχή συμβουλών στις κυβερνήσεις κατά τη λήψη των επενδυτικών τους αποφάσεων. Οι ασφαλιστές μπορούν να παρέχουν ασφαλιστική κάλυψη για μεσαίου μεγέθους ζημίες, η κυβέρνηση περιορίζει την έκθεσή της και οι ασφαλιστές αναλαμβάνουν κινδύνους σε επίπεδο που είναι εντός των δυνατοτήτων τους. Οι κυβερνήσεις ενδέχεται, επίσης, να διαχειρίζονται προγράμματα αντασφάλισης. Είναι δυνατόν να απαιτούν από την ιδιωτική αγορά να αναλαμβάνει και να πληρώνει ένα ποσοστό του κινδύνου, π.χ. συμφωνίες ποσοστιαίας εκχώρησης. Οι κυβερνήσεις είναι δυνατόν να λειτουργούν ως αντασφαλιστές τελευταίου βαθμού, αναλαμβάνοντας κινδύνους πάνω από ένα ορισμένο επίπεδο ζημίας λόγω καταστροφών, π.χ. αντασφάλιση υπερβάλλοντος κεφαλαίου (exess of loss) ή περιορισμού ζημιάς (stop-loss).

Η προσέγγιση αυτή συνδυάζει την ικανότητα της κυβέρνησης να επιμερίζει τον ενδεχόμενο κίνδυνο και την ικανότητα της αγοράς να εφαρμόζει ασφαλιστικές αρχές και να χρησιμοποιεί επίσης τις διοικητικές της ικανότητες, π.χ. την είσπραξη ασφαλίστρων, την εμπορική προώθηση και τη διαχείριση των απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, τα δημόσια προγράμματα είναι δυνατόν να παρέχουν κάλυψη στα υψηλότερα επίπεδα κινδύνου, ενώ η ιδιωτική αγορά εξακολουθεί να αναλαμβάνει ορισμένες ή όλες τις χαμηλότερες βαθμίδες κινδύνου.

Συνοψίζοντας,

  • οι φυσικές καταστροφές από πλευράς οικονομικής ζημίας αντιμετωπίζονται στο μεγαλύτερο ποσοστό τους, αν όχι στο 100%
  • η Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα είναι μονόδρομος για την καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των πολιτών.
  • τα κράτη πρέπει να εντάξουν στα μεσομακροπρόθεσμα πλάνα τους λογικές ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα)
  • η παραμετρική ασφάλιση σε συνεργασία με τα δίκτυα των μετεωρολογικών σταθμών θα δώσουν άμεσα αποτελέσματα.
  • Και, τέλος, τα Catastrophe Bonds μπορούν να λύσουν προβλήματα χρηματοδότησης.


Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *