Καταναλωτής ισχυρίστηκε ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι επενδυτικό προϊόν (Unit Linked) μέσω τράπεζας ήταν ασφαλιστικό. Τι έκρινε ο Άρειος Πάγος ;

Καταναλωτής προσέφυγε δικαστικά κατά τράπεζας  με τον ισχυρισμό ότι δεν αντελήφθη ότι επενδυτικό προϊόν τύπου Unit Linked ήταν ασφαλιστικό προϊόν αλλά προθεσμιακή κατάθεση.

Όπως προκύπτει από το ιστορικό της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό η προσφυγή του καταναλωτή έγινε δεκτή  με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενώ στην  συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή του καταναλωτή ο οποίος έκανε αναίρεση της απόφασης στον Άρειο Πάγο.

Στη συνέχεια ο  Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους λόγους της αναίρεσης.

Σχετικά με την απόφαση αυτή και ορισμένες νομικές της πτυχές η “Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου” που δημοσιεύει την απόφαση αναφέρει: 

Ατομικό ασφαλιστήριο ζωής που συνδέεται με επενδύσεις 

Αδικοπραξία-Διατάξεις περί προστασίας καταναλωτή (άρθρο 8 του ν. 2251/1994)

Ασφαλιστικές Εταιρείες- Άσκηση εν μέρει τραπεζικών-επενδυτικών εργασιών στα πλαίσια των ασφαλίσεων ζωής

Ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις

Ισχυρισμός ασφαλισμένου ότι δεν είχε αντιληφθεί ότι το πρόγραμμα στο οποίο είχε υπαχθεί δεν ήταν προθεσμιακή κατάθεση

«Εν προκειμένω προκύπτει ότι πρόκειται για ατομική αίτηση ασφάλισης ατομικού ασφαλιστηρίου ζωής που συνδέεται με επενδύσεις και όχι για ένταξη σε προθεσμιακό πρόγραμμα, όπως ισχυρίσθηκε η αρχική πρώτη ενάγουσα, καθόσον πέραν του τίτλου της παραπάνω αίτησης απευθύνεται σε ασφαλιστική εταιρία και δη προς την εταιρία με την επωνυμία … και τον διακριτικό τίτλο … . Τούτο είναι σαφές και ευκρινές τόσο από το γεγονός ότι η αίτηση ασφάλισης έχει τυπωθεί στο λογότυπο της ως άνω εταιρίας όσο και από γεγονός ότι στο τέλος της αίτησης ασφάλισης υπάρχει πεδίο “ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ … “. Από τις παραπάνω επιστολές που αποστέλλονταν σε ετήσια βάση από την εναγομένη σαφώς προκύπτει ότι η τελευταία ενημέρωνε τακτικά τους πελάτες της μεταξύ των οποίων και τη δεύτερη ενάγουσα για την πορεία της επένδυσής τους ανάλογα με τη διακύμανση της αξίας του ομολόγου, η οποία δεν ήταν σταθερά ανοδική. Στις εν λόγω ενημερώσεις η δεύτερη ενάγουσα δεν αντέδρασε προβληματιζόμενη για το περιεχόμενο αυτών, τη διακύμανση της αξίας της επένδυσής της ή για οτιδήποτε άλλο, αλλά αντίθετα ελάμβανε τις επιστολές και εισέπραττε τα τοκομερίδια 4,35% επί του επενδυόμενου ποσού αδιαμαρτύρητα για τέσσερα έτη. Ενόψει αυτών ακόμη και αν η δεύτερη εφεσίβλητη δεν είχε αντιληφθεί ότι το πρόγραμμα στο οποίο είχε υπαχθεί δεν ήταν προθεσμιακή κατάθεση κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ασφάλισης ή έστω κατά το χρόνο παραλαβής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου της και των όρων αυτού είναι σαφές ότι θα το αντιλαμβανόταν με την παραλαβή της πρώτης ενημερωτικής επιστολής που απέστειλε η εναγομένη, η οποία έλαβε χώρα το έτος 2010 και όχι τον Ιούνιο του 2013 όπως αυτή ισχυρίζεται, δεδομένου ότι η επιστολή του Ιουνίου 2013 δεν ήταν η πρώτη, αλλά η πέμπτη κατά σειρά που ελάμβανε η δεύτερη ενάγουσα».

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης (559 αριθ. 8 ΚΠολΔ)

Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως οι αναιρεσείουσες, προβάλλουν αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τις υπ’ αυτών πρωτοδίκως επικληθείσες “ακόλουθες νομικές βάσεις”, ως τοιαύτες δε αναφέρονται στο αναιρετήριο, οι διατάξεις του Π.Δ. 190/2006, η αρχή της καλής πίστης και η γενική υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας των συναλλασσομένων, καθώς και η προφορικώς συναφθείσα μεταξύ των ιδίων και της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σύμβαση παροχής πληροφοριών και συμβουλών. Από τη παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προς έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου, σαφώς εξάγεται ότι η αγωγή περιλαμβάνει μία ιστορική βάση αυτή της αδικοπραξίας. Τα δε περιστατικά που οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εκθέτουν στην αγωγή για να επιστηρίξουν την παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, δεν συγκροτούν καθένα από αυτά χωριστή αγωγική βάση, αφού όλα κατατείνουν στη θεμελίωση του πταίσματος, ως στοιχείο της αδικοπραξίας. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης με τον οποίο αποδίδεται αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοιαν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τις περισσότερες αγωγικές βάσεις της αγωγής, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, και οι λοιποί λόγοι αναίρεσης απορρίφθηκαν, και εν τέλει απορρίφθηκε στο σύνολό της η αναίρεση.  



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *