Π. Τσακλόγλου και Ν. Μηλαπίδης «Στόχος της κυβέρνησης η ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης των νοικοκυριών»

Ο Υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Πάνος Τσακλόγλου και ο Γενικός Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νίκος Μηλαπίδης συμμετείχαν στην Συνάντηση της Ομάδας Εργασίας του ΟΟΣΑ για τα συλλογικά κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά προγράμματα.

Κατά την παρέμβαση του ο Υφυπουργός Εργασίας επεσήμανε ότι μέχρι πρόσφατα, το συνταξιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας ήταν σχεδόν αποκλειστικά διανεμητικό και, επομένως, ιδιαιτέρως εκτεθειμένο στους κινδύνους που απορρέουν από τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.  Ταυτόχρονα, το επίπεδο των αποταμιεύσεων στο ΑΕΠ – ιδίως οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών – είναι πολύ χαμηλότερες στην Ελλάδα απ’ ότι στα άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Μπες στο κανάλι μας στο youtube για μια νέα εμπειρία στην ασφαλιστική ενημέρωση

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν δύο μεγάλες αλλαγές στο ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα με στόχο τον περιορισμό των αρνητικών επιδράσεων του δημογραφικού κινδύνου και την ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αποταμίευσης. Η πρώτη αλλαγή αφορά στη δημιουργία του ΤΕΚΑ που αποτελεί μέρος του πρώτου πυλώνα, δηλαδή της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, και καλύπτει όλους τους νεοεισερχόμενους στην ελληνική αγορά εργασίας από τα τέλη του 2021 και μετά, που έχουν υποχρέωση επικουρικής ασφάλισης.  Η δεύτερη αλλαγή αφορά στη μεταρρύθμιση της νομοθεσίας της επαγγελματικής ασφάλισης, δηλαδή τον ένα από τους δύο κλάδους του δεύτερου πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος, που αφορά στην εθελοντική συλλογική συνταξιοδοτική αποταμίευση.

Ο κος Τσακλόγλου τόνισε ότι η δημιουργία του ΤΕΚΑ μετριάζει την έκθεση της κοινωνικής ασφάλισης στις συνέπειες των αρνητικών δημογραφικών εξελίξεων και δημιουργεί κεφάλαιο, τμήμα του οποίου θα επενδυθεί στην ελληνική οικονομία, ενισχύοντας τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Επιπρόσθετα, συμβάλει στην εμβάθυνση της αγοράς κεφαλαίου, παρέχει ισχυρά αντικίνητρα για ανασφάλιστη εργασία και, με βάση την εμπειρία χωρών με ώριμα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα, θα δίνει υψηλότερες επικουρικές συντάξεις σε σύγκριση με το υφιστάμενο σύστημα νοητής κεφαλαιοποίησης.

Ο κος Μηλαπίδης αναφέρθηκε στη δεύτερη μεταρρύθμιση που ψηφίστηκε το Δεκέμβριο στη Βουλή των Ελλήνων και αφορά στην Επαγγελματική Ασφάλιση και επεσήμανε ότι με τη μεταρρύθμιση αυτή επέρχονται σημαντικές αλλαγές σε τέσσερα πεδία.  Πρώτον, απλοποιούνται και εξορθολογίζονται οι διαδικασίες δημιουργίας Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, ενώ ταυτόχρονα θεσπίζεται η δυνατότητα δημιουργίας πολυεργοδοτικών επαγγελματικών ταμείων, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας – κάτι πολύ σημαντικό για μια οικονομία με πάρα πολλές μικρές επιχειρήσεις, όπως η ελληνική.  Δεύτερον, υιοθετούνται μέτρα που στοχεύουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στη λειτουργία των Επαγγελματικών Ταμείων, μέσω της ενίσχυσης των κανόνων που σχετίζονται με τη χρηστή διακυβέρνηση, τη διαφάνεια και την έγκαιρη ενημέρωση των μελών αυτών των ταμείων. Τρίτον, ενισχύεται η εποπτεία των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης, με τη μεταφορά της αρμοδιότητας στην Τράπεζα της Ελλάδος – ένα θεσμό που χαίρει υψηλής φήμης και διαθέτει τόσο τους πόρους όσο και την τεχνογνωσία για να ασκήσει επιτυχώς αυτόν τον εποπτικό ρόλο.  Τέταρτον, παρέχονται ισχυρά φορολογικά κίνητρα για την ένταξη σε Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης και εξομοιώνονται οι φορολογικοί συντελεστές για τα προϊόντα του δεύτερου πυλώνα (δηλαδή των Ταμείων Επαγγελματικής Ασφάλισης και των Ομαδικών Ασφαλιστηρίων Συνταξιοδοτικών Συμβολαίων),  Οι φορολογικοί συντελεστές μειώνονται με το χρόνο συμμετοχής στα σχήματα του δεύτερου πυλώνα, και ταυτόχρονα η φορολόγηση της παροχής με τη μορφή σύνταξης καθορίζεται στο ήμισυ του επιπέδου φορολογίας των εφάπαξ πληρωμών, έτσι ώστε οι συνταξιούχοι – ιδίως όσοι έχουν σημαντικές αποταμιεύσεις – να ενθαρρύνονται να λαμβάνουν σύνταξη και όχι εφάπαξ, ενισχύοντας έτσι το εισόδημά τους καθ’ όλη τη διάρκεια του συνταξιοδοτικού τους βίου. 

Κλείνοντας ο κος Μηλαπίδης επεσήμανε ότι οι μεταρρυθμίσεις που θεσπίστηκαν θα δώσουν ώθηση στη συνταξιοδοτική αποταμίευση των νοικοκυριών, η οποία παραμένει πολύ χαμηλή στην Ελλάδα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *