Σε δίκη πρώην ασφαλιστής που εγκαλείται από πρακτορειακή εταιρία για υπεξαίρεση ασφαλίστρων

Κατηγορούμενος για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί με την ιδιότητα του εντολοδόχου κατ’ εξακολούθηση είναι ένας κάτοικος της Ιαλυσού, που εργαζόταν ως ασφαλιστής.
523252
Η υπόθεση θα απασχολήσει το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου επί κακουργημάτων την 8η Δεκεμβρίου 2016.
Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία «ΕΞΑΡΧΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» τυγχάνει εταιρεία πρακτορεύσεων με έδρα τη Λάρισα και με αντικείμενο εργασιών την ανάληψη δυνάμει συμβάσεων έναντι προμήθειας της εκτέλεσης ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή και περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Στα πλαίσια της ανωτέρω επαγγελματικής της δραστηριότητας, η εγκαλούσα εταιρεία νομίμως εκπροσωπούμενη την 1-6-2006 συνήψε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος διατηρούσε στη Ρόδο γραφείο ασφαλειών, σύμβαση συνεργασίας «δοκίμου ασφαλιστικού συμβούλου» και στη συνέχεια την από 1-6-2007 σύμβαση συνεργασίας «ασφαλιστικού συμβούλου».
Η εγκαλούσα εταιρεία, ως «εταιρεία πρακτορεύσεων», ανέθεσε στον κατηγορούμενο «ασφαλιστικό σύμβουλο» ως ανεξάρτητο συνεργάτη και εκείνος ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση διαμεσολάβησης για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, ήτοι το έργο της παρουσίασης, πρότασης και προπαρασκευής ασφαλιστικών συμβάσεων οι οποίες συνάπτονταν στο όνομα και για λογαριασμό των εταιρειών τις οποίες εκπροσωπούσε η εγκαλούσα εταιρεία πρακτορεύσεων.
Οι ασφαλισμένοι (πελάτες της εγκαλούσας εταιρείας) φυσικά ή και νομικά πρόσωπα, κατέβαλαν το οφειλόμενο ασφάλιστρο για την κάλυψη του ασφαλιστικού κινδύνου στον κατηγορούμενο και λάμβαναν από εκείνο σχετική απόδειξη καθώς και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ενώ ο κατηγορούμενος υποχρεούτο εντός δύο μηνών από την έκδοση των ασφαλίστρων να αποδίδει τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά στην εγκαλούσα εταιρεία και να λαμβάνει επί του καθαρού ασφαλίστρου τη συμφωνηθείσα μεταξύ του ιδίου και τη εγκαλούσας προμήθεια.
Επιπλέον δε, συνομολογήθηκε ότι σε περίπτωση που κάποιος εκ των ασφαλισμένων δεν κατέβαλλε στον κατηγορούμενο το χρηματικό ποσό των ασφαλίστρων, ο κατηγορούμενος όφειλε να προσκομίσει το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο στην εγκαλούσα εταιρία προς ακύρωση από την εκάστοτε ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να μην το χρεωθεί η εγκαλούσα εταιρεία. Και ενώ εξ αρχής η επαγγελματική τους συνεργασία εξελισσόταν ομαλά, από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 έως και το μήνα Ιούνιο του έτους 2008, ο κατηγορούμενος φέρεται να εισέπραξε από περισσότερες ασφαλιστικές εταιρείες για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας εισπράξεις το ύψος των οποίων ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 44.925,19 €, τις οποίες, αν και όφειλε να τις αποδώσει στην εγκαλούσα εταιρία εντός δύο μηνών από την έκδοση εκάστου εκ των ασφαλίστρων, δεν το έπραξε.
Ποιο συγκεκριμένα κατηγορείται ότι δεν απέδωσε ασφάλιστρα που είχε εισπράξει των εταιρειών «AIG ΕΛΛΑΣ», «EOS», «INTERLIFE» και «GENERAL UNION».
Φέρεται επιπλέον, αναγνωρίζοντας την οφειλή να παρέδωσε στην εγκαλούσα εταιρεία – έναντι του συνολικά οφειλόμενου σε αυτή ποσού – τέσσερις τραπεζικές επιταγές, οι οποίες αν και εμφανίστηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, σφραγίστηκαν από τις πληρώτριες τράπεζες ελλείψει διαθεσίμου υπολοίπου και δεν πληρώθηκαν.
Τα ανωτέρω φέρεται να προκύπτουν τόσο από τις επισυναπτόμενες στην έγκληση καρτέλες της εγκαλούσας εταιρείας αναφορικά με την κίνηση του λογαριασμού του κατηγορουμένου για κάθε μία από τις ασφαλιστικές εταιρείες με τις οποίες είχε συμβληθεί ο κατηγορούμενος για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, όσο και από την από ένορκη εξέταση μάρτυρα, υπαλλήλου του τμήματος οικονομικών της εγκαλούσας εταιρείας.
Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται, και ισχυρίστηκε ότι οφείλει στην εγκαλούσα εταιρεία χρηματικό ποσό της τάξεως των 8.000 με 9.000 €, το οποίο προέκυψε καθώς ο κατηγορούμενος, προκειμένου να καταβάλει αποζημιώσεις από τροχαία ατυχήματα που προκάλεσαν ασφαλισμένοι πελάτες, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει εισπράξεις συμβολαίων για την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών προς όφελος της εγκαλούσας, επειδή η ίδια δεν κατέβαλε εγκαίρως τις αποζημιώσεις. Το δικαστικό συμβούλιο δεν έκρινε βάσιμο το συγκεκριμένο ισχυρισμό.

Πηγή:dimokratiki.gr



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *