Atradius: Αύξηση της κατανάλωσης των νοικοκυριών στην Ελλάδα το 2020

Το 2020 η κατανάλωση των νοικοκυριών αναμένεται να επιταχυνθεί, συνεχιζόμενη από την περαιτέρω μείωση της ανεργίας, τον χαμηλό πληθωρισμό και την ελαχιστοποίηση της αύξησης των μισθών.

Αυτο επισημαίνει έκθεση της Atradius αναλύοντας  την οικονομική και πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Αναλυτικά: 

Πολιτική κατάσταση

Νέοι κυβερνητικοί κανόνες με απόλυτη πλειοψηφία

Οι εκλογές του Ιουλίου του 2019 κέρδισαν το κεντροδεξιό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) με 39,9% των ψήφων, ενώ το κυβερνών κόμμα της αριστεράς Συρίζα κέρδισε το 31,5%. Λόγω  ενός μπόνους 50 θέσεων που αποδίδεται στο κόμμα που κερδίζει το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων, η ΝΔ μπορεί να κυβερνά με απόλυτη πλειοψηφία (158 έδρες στο 300μελές κοινοβούλιο).

Η νέα κυβέρνηση προτίθεται να αυξήσει την οικονομική ανάπτυξη με πολιτικές φιλικές προς τις επιχειρήσεις. Η μείωση των φόρων, η μείωση της γραφειοκρατίας, η πώληση δημόσιων περιουσιακών στοιχείων και η ανάπτυξη μιας χερσαίας λωρίδας κοντά στον αερολιμένα της Αθήνας είναι σημαντικοί στόχοι.

Οικονομική κατάσταση

Η ανάκαμψη συνεχίζεται, αν και μετριοπαθής

Η οικονομική ανάπτυξη το 2019 και το 2020 θα βασίζεται κυρίως στην εγχώρια κατανάλωση, με την αυξημένη εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών να ανακάμπτει αργά. Οι επενδύσεις υποστηρίζονται από τη μειωμένη πολιτική αβεβαιότητα μετά τις εκλογές και την επανέναρξη των δανείων από τις τράπεζες (αν και η εκφόρτωση του πολύ υψηλού ποσού των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς). Το 2020 η κατανάλωση των νοικοκυριών αναμένεται να επιταχυνθεί, συνεχιζόμενη από την περαιτέρω μείωση της ανεργίας, τον χαμηλό πληθωρισμό και την ελάχιστη αύξηση των μισθών που ωφελεί περίπου 600.000 εργαζόμενους.

Τούτου λεχθέντος, οι εξαγωγές επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τη μείωση της ζήτησης της ευρωζώνης και η αύξηση του εισοδήματος από τον τουρισμό θα είναι χαμηλότερη καθώς η Τουρκία έχει ξανακερδίσει μέρος της χαμένης ανταγωνιστικότητάς της σε αυτόν τον τομέα.

Από το 2010, η πραγματική πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία της Ελλάδας βελτιώθηκε κατά περισσότερο από 12%, οδηγώντας σε αυξημένη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Στο πλαίσιο της αύξησης των ονομαστικών μισθών σε άλλα μέρη της ευρωζώνης, η πρόσφατη ελάχιστη αύξηση των μισθών δεν αποτελεί πραγματική απειλή για την ανταγωνιστικότητα, τουλάχιστον όχι βραχυπρόθεσμα. Ωστόσο, το ενδεχόμενο επιστροφής σε συλλογικές συμβάσεις αποτελεί κίνδυνο.

Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων μειώθηκαν περαιτέρω από το 2018 και το Μάρτιο του 2019 η Αθήνα κατόρθωσε να αντλήσει 2,5 δισ. Ευρώ με 10ετή έκδοση ομολόγων, η πρώτη από την έναρξη της κρίσης το 2010. Η Ελλάδα ολοκλήρωσε το πρόγραμμα ESM τον Αύγουστο του 2018, η επιλογή για μια προληπτική γραμμή πίστωσης. Ωστόσο, η χώρα συμφώνησε με τους πιστωτές της να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τις συμφωνηθείσες μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του προγράμματος. Η Αθήνα έχει αναλάβει δέσμευση για ετήσια πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα (πριν από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους) ύψους 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022. Το δημοσιονομικό ισοζύγιο του 2018 σημείωσε για τρίτη συνεχή φορά πλεόνασμα 1,1% του ΑΕΠ και ένα πρωτογενές πλεόνασμα ακόμη και 4,3% του ΑΕΠ. Η υπέρβαση αυτή οφείλεται στη συνεχιζόμενη υποαπορρόφηση ανώτατων ορίων δαπανών, ιδίως όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις.

Ωστόσο, ο κίνδυνος έλλειψης του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος αυξήθηκε, λόγω πρόσφατης δικαστικής απόφασης κατά των περικοπών των συντάξεων του 2012 και της εκκρεμής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Άλλα θέματα είναι ενδεχόμενες ενδεχόμενες υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον τραπεζικό τομέα και σχέδια της νέας κυβέρνησης για μείωση των φόρων προκειμένου να επιταχυνθεί η οικονομική ανάπτυξη.

Το επίπεδο δημόσιου χρέους έφτασε στο ανώτατο όριο το 2016 στο 181% του ΑΕΠ και έκτοτε μειώθηκε, το οποίο αναμένεται να φθάσει το 172% του ΑΕΠ το 2020, το οποίο εξακολουθεί να είναι μη βιώσιμο. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι θα υπάρξει περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους από την Ευρωομάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το επίπεδο θα παραμείνει πάνω από το 100% μέχρι το 2048.

Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων ήταν μέχρι στιγμής αργή, με τον αρχικό στόχο των 50 δισ. Ευρώ των εσόδων να προσαρμόζεται προς τα κάτω αρκετές φορές. Μέχρι στιγμής έχει επιτευχθεί κατ ‘εκτίμηση ποσό 5,5 δισ. Ευρώ.

Διαβάστε περισσότερα εδώ 



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *