Ψυχική οδύνη 790.000 € —Ιατρική αμέλεια — Θάνατος 23χρονης από πρώιμη μετεγχειρητική αιμορραγία μετά από αμυγδαλεκτομή — Ευθύνη χειρουργών, αναισθησιολόγου, εφημερεύοντος ιατρού και ιδιωτικής κλινικής.
Την δικαστική απόφαση και στην νομική της διάσταση δημοσιεύει η ηλεκτρονική νομική έκδοση esd.gr και συγκεκριμένα:
Η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έκρινε αγωγή των οικείων νεαρής ασθενούς η οποία, μετά από αμυγδαλεκτομή σε ιδιωτική κλινική, εμφάνισε πρώιμη μετεγχειρητική αιμορραγία, εξήλθε με εξιτήριο χωρίς να εξετασθεί από ιατρό, υπέστη βαρεία ανοξαιμική εγκεφαλοπάθεια και απεβίωσε μετά από διετή νοσηλεία στη ΜΕΘ. Η αγωγή στρεφόταν κατά των δύο χειρουργών ωτορινολαρυγγολόγων, του αναισθησιολόγου, του εφημερεύοντος ιατρού και της κλινικής, με αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.
Το Δικαστήριο δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα των τεσσάρων ιατρών και αντικειμενική ευθύνη της κλινικής ως προστήσασας και επιδίκασε εις ολόκληρον συνολικά 790.000 € (200.000 € σε κάθε γονέα, 120.000 € σε κάθε αδελφή, 50.000 € στη γιαγιά εκ πατρός και 50.000 € σε καθεμία από τις κληρονόμους του αποβιώσαντος παππού και γιαγιάς εκ μητρός).
Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ψυχικής Οδύνης των Οικείων (άρθρο 932 ΑΚ) — Συνολικά 790.000 € (Επιμεριζόμενα 200.000 € ανά Γονέα, 120.000 € ανά Αδελφή, 50.000 € Γιαγιά εκ Πατρός)
Επιδικάσθηκαν 200.000€ σε κάθε γονέα, 120.000€ σε κάθε αμφιθαλή αδελφή, μεταξύ των οποίων και η ανήλικη, 50.000 € στη γιαγιά εκ πατρός και 50.000 € για καθέναν από τους αποβιώσαντες κατά τη διάρκεια της δίκης παππού και γιαγιά εκ μητρός, τα οποία κατανεμήθηκαν στις δύο εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους κατά την κληρονομική μερίδα καθεμίας (18.750 € + 31.250 € = 50.000 € σε έκαστη), με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Το συνολικό ποσό της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως ανέρχεται σε 790.000€.
Αδικοπρακτική Ευθύνη του Ιατρού κατά το Άρθρο 8 ν. 2251/1994 — Αντιστροφή του Βάρους Αποδείξεως ως προς την Υπαιτιότητα
Η παροχή ιατρικών υπηρεσιών υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 8 ν. 2251/1994, καθόσον ο ιατρός «ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο»: δεν υπόκειται σε υποδείξεις ή οδηγίες του ασθενούς, αλλά προσδιορίζει ο ίδιος τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Η ιατρική αμέλεια επιτελεί διττή λειτουργία, ως μορφή πταίσματος και ως μορφή παρανομίας, με συνέπεια η παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης ή των υποχρεώσεων επιμέλειας που απορρέουν από το γενικό καθήκον πρόνοιας και ασφάλειας να καθιστά τη συμπεριφορά του ιατρού συγχρόνως παράνομη και υπαίτια. Στο πλαίσιο της «νόθου αντικειμενικής ευθύνης», το βάρος αποδείξεως αντιστρέφεται τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία: ο ζημιωθείς οφείλει να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμό της «με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα»· ο ιατρός, αντιθέτως, απαλλάσσεται μόνον εάν αποδείξει την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξεώς του, την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου ή τη συνδρομή λόγου που αίρει ή μειώνει την ευθύνη του (ΑΠ 974/2014, ΑΠ 1693/2013). Μέτρο της οφειλόμενης επιμέλειας, κατά το άρθρο 24 α.ν. 1565/1939 σε συνδυασμό με τα άρθρα 652, 330 και 914 ΑΚ, αποτελεί η συμπεριφορά του συνετού και επιμελούς ιατρού που θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια μέσα· ο ιατρός ευθύνεται για κάθε αμέλεια, «ακόμη και ελαφρά», ενώ δεν φέρει ευθύνη εφόσον ενήργησε lege artis (ΑΠ 633/2014).
Ιατρική Αμέλεια κατά τη Μετεγχειρητική Παρακολούθηση μετά από Αμυγδαλεκτομή: Μη Εξέταση Ασθενούς με Αίσθημα Πνιγμονής και Χορήγηση Εξιτηρίου
Το αίσθημα πνιγμονής μετά από αμυγδαλεκτομή «σε καμία περίπτωση δεν συνιστά φυσιολογική μετεγχειρητική συνέπεια», αλλά ένδειξη μετεγχειρητικής αιμορραγίας, «η οποία ως εκ τούτου επιβάλλει την προσήκουσα εξέταση του ασθενή». Η πρώιμη μετεγχειρητική αιμορραγία, ως επιπλοκή «ιδιαίτερα συχνή και επομένως, γνωστή και αναμενόμενη», ήταν προβλέψιμη· αμέλεια συνιστούν η μη επισκόπηση του φάρυγγα «με τη χρήση φωτισμού και απλού γλωσσοπίεστρου» και ο περιορισμός σε χορήγηση αναλγητικών (και τηλεφωνικώς), η χορήγηση προϋπογεγραμμένου εξιτηρίου χωρίς εξέταση από ιατρό παρά τα επίμονα παράπονα της ασθενούς, καθώς και οι καθησυχαστικές τηλεφωνικές συστάσεις προς τους οικείους αντί της επανεισαγωγής της, ενώ έπρεπε να λάβει χώρα διαστοματικά απολίνωση του αιμορραγούντος αρτηριδίου. Η αμέλεια των χειρουργών κρίθηκε «ιδιαίτερα βαριά», διότι πρόκειται για έμπειρους ιατρούς, ο δε πρώτος είναι ακαδημαϊκός, με ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες στις οποίες απέβλεπαν οι γονείς. Ευθύνονται και ο αναισθησιολόγος, ο οποίος είχε αναλάβει τη μετεγχειρητική παρακολούθηση, και ο εφημερεύων ιατρός χωρίς ειδικότητα, κρινόμενος με μέτρο «τον μέσο συνετό γενικό ιατρό»· ο ισχυρισμός του ότι απλώς μετέφερε οδηγίες τρίτου απορρίφθηκε, εφόσον το όνομά του καταγραφόταν στο νοσηλευτικό δελτίο 24ώρου ως του ιατρού που επιλήφθηκε της ασθενούς.
Ευθύνη της Ιδιωτικής Κλινικής από Πρόστηση Εξωτερικών Συνεργατών Ιατρών και του Εφημερεύοντος Ιατρού
Επί νοσηλείας ασθενούς σε ιδιωτική κλινική αρκεί, για τον χαρακτηρισμό της κλινικής ως προστήσασας, η παροχή γενικών μόνο οδηγιών ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του ιατρού, αφού ειδικές οδηγίες για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων δεν είναι δυνατές. Η σχέση ελεύθερης συνεργασίας των χειρουργών και του αναισθησιολόγου με την κλινική, με ένταξη στο πρόγραμμά της, χρήση των εγκαταστάσεων και του νοσηλευτικού προσωπικού και χωριστή είσπραξη αμοιβής, δεν αποκλείει την πρόστηση, διότι «το πλέον καθοριστικό κριτήριο για την κατάφαση της πρόστησης δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης», αλλά η τελολογική αξιολόγηση ότι η κλινική, ωφελούμενη από τη δραστηριότητα του ιατρού, πρέπει να επιβαρύνεται και με τα επιζήμια αποτελέσματά της. Προστηθείς είναι και ο εφημερεύων ιατρός που απασχολείτο δυνάμει συμφωνίας, ανεξαρτήτως του αν η απασχόλησή του είχε γίνει κατά τους νόμιμους τύπους. Πρόκειται για «γνήσια αντικειμενική ευθύνη» της κλινικής, η οποία ευθύνεται εις ολόκληρον με τους υπαιτίους ιατρούς.
Ασφάλιση Επαγγελματικής Αστικής Ευθύνης Ιατρού: Απόρριψη της Ενστάσεως Εξαντλήσεως του Ασφαλισμένου Ποσού λόγω Προηγούμενης Τελεσίδικης Αναγνωρίσεως Οφειλής
Οι ασφαλιστικές εταιρίες προέβαλαν ότι το ανώτατο όριο κάλυψης (400.000€ και 120.000€ αντιστοίχως) είχε εξαντληθεί, αφού με την τελεσίδικη πλέον ΠολΠρΑθ 3814/2019 είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ασφαλισμένων ιατρών να καταβάλουν 588.018,99 € στην ασφαλιστική εταιρία που είχε καλύψει τις δαπάνες νοσηλείας της παθούσας και υποκαταστάθηκε στις αξιώσεις της και αντίστοιχα η υποχρέωση των ίδιων να καλύψουν τα καταβαλλόμενα έως το όριο. Η ένσταση απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, διότι η ασφαλιστική εταιρία «δεν έχει ακόμα προβεί σε καμία καταβολή» και, συνεπώς, «δεν υφίσταται ακόμα κανένα ποσό που δύναται να καταλογιστεί στο ασφαλιστικό ποσό» (ΑΠ 972/2017, ΑΠ 916/2009). Ο ασφαλισμένος ιατρός δικαιούται να απαιτήσει από την ασφαλίστρια εταιρία του, «ως δικονομική εγγυήτριά του», να καλύψει την ευθύνη του έναντι των οικείων μέχρι του ανωτάτου ορίου, στο οποίο κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου συμπεριλαμβάνονται το κεφάλαιο, οι τόκοι και τα δικαστικά έξοδα, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής του ασφαλισμένου στους ζημιωθέντες, οπότε καθίσταται ληξιπρόθεσμη η αξίωσή του (άρθρα 340 ΑΚ και 25 ν. 2496/1997).
Μη Νόμιμο Αίτημα του Ασφαλισμένου για Απευθείας Καταβολή από τον Ασφαλιστή προς τους Ζημιωθέντες
Υιοθετώντας την κρίση της προηγηθείσας μη οριστικής ΠολΠρΑθ 163/2021, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κύριο αίτημα των παρεμπιπτουσών αγωγών να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ασφαλιστικών εταιριών να καταβάλουν απευθείας στους κυρίως ενάγοντες ό,τι επιδικασθεί σε βάρος των ασφαλισμένων είναι μη νόμιμο, ελλείψει επικλήσεως πρόσθετης συμφωνίας αποκλίνουσας από το άρθρο 1 § 1 ν. 2496/1997, διότι «τέτοια αξίωση δεν έχει έρεισμα στον νόμο». Νόμιμο είναι μόνον το επικουρικό αίτημα καταβολής προς τον ίδιο τον ασφαλισμένο του ποσού που αυτός θα καταβάλει στους ζημιωθέντες, μέχρι του ποσού της ασφαλιστικής κάλυψης, το δε αίτημα τόκων από μεταγενέστερο χρόνο περιλαμβάνεται, ως έλασσον, στο αίτημα τόκων από προγενέστερο χρόνο.
Ελεύθερη Εκτίμηση της Πραγματογνωμοσύνης της Ποινικής Προδικασίας Απόρριψη του Αιτήματος Διεξαγωγής Ιατρικής Πραγματογνωμοσύνης Λόγω Σχηματισμού Πλήρους Δικανικής Κρίσης
Τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας και οι εκδοθείσες ποινικές αποφάσεις εκτιμήθηκαν ελεύθερα ως δικαστικά τεκμήρια. Το Δικαστήριο απέκλινε από το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης της ποινικής προδικασίας ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται πιθανή συνεχής αιμορραγία, επισημαίνοντας ότι, ως προς το κρίσιμο αυτό ερώτημα, «είναι δεδομένη η ενδοιαστική τοποθέτησή του» πραγματογνώμονα και ότι αυτός, όπως και οι γνωμοδοτήσαντες τεχνικοί σύμβουλοι των εναγομένων, δεν είχε στη διάθεσή του τις ακριβείς προεγχειρητικές τιμές αιματοκρίτη και αιμοσφαιρίνης, με την κρίση ότι η διαπιστωθείσα μικρή πτώση τους «είναι όμως η αναμενόμενη σε μια πολύ μικρή-στάγδην αιμορραγία». Έχοντας σχηματίσει «πλήρη δικανική πεποίθηση», απέρριψε το αίτημα διεξαγωγής ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Κρίθηκε, επίσης, παραδεκτή ένορκη βεβαίωση που ελήφθη ενώπιον συμβολαιογράφου στον χώρο εργασίας του μάρτυρα-ιατρού, διότι η «κατοικία» των άρθρων 421–422 ΚΠολΔ περιλαμβάνει και τον τόπο άσκησης του επαγγέλματος (άρθρο 23 § 2 ΚΠολΔ), ο δε νόμος δεν επιβάλλει τη λήψη της ένορκης βεβαιώσεως στο γραφείο του συμβολαιογράφου.
Δικαστικό Ένσημο σε Αγωγή Ασκηθείσα ως Καταψηφιστική πριν από τις 30-11-2019 και Τραπείσα σε Αναγνωριστική
Tο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η καταβολή δικαστικού ενσήμου απαιτείται, κατά το άρθρο 42 ν. 4640/2019, «παρά την τροπή» του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οσάκις η αγωγή είχε ασκηθεί ως καταψηφιστική πριν από τις 30-11-2019 και η πρώτη συζήτησή της διενεργήθηκε μετά την 1-1-2020. Η παρεμπίπτουσα αγωγή του αναισθησιολόγου κατά της ασφαλιστικής εταιρίας του, για την οποία δεν προσκομίσθηκε το ένσημο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, παρά την επίκληση αντισυνταγματικότητας και αντιθέσεως στα άρθρα 6 § 1 ΕΣΔΑ και 2 § 3 και 14 § 1 ΔΣΑΠΔ, καθώς και οικονομικής αδυναμίας, απορρίφθηκε ερήμην του παρεμπιπτόντως ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, με ορισμό παραβόλου ανακοπής ερημοδικίας 250 € και καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη της ασφαλίστριας.
Πηγή: esd.gr








