Πότε δεν είναι απόλυτη η προτεραιότητα του εκ Δεξιών σε άνευ σήμανσης διασταύρωση;


Στις άνευ σημάνσεως διασταυρώσεις όπου η κυκλοφορία δεν ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, η προτεραιότητα ανήκει μεν στον εκ δεξιών κινούμενο οδηγό, ο δε οδηγός που κινείται από αριστερά και πλησιάζει σε διασταύρωση υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή και να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του για να μην προκαλέσει στη διασταύρωση κίνδυνο.

Δεν αποκλείεται να κριθεί συνυπαίτιος και ο οδηγός, ο οποίος πλησιάζοντας σε ισόπεδο κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 και 19 ΚΟΚ, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου.

Επομένως, η προτεραιότητα του εκ δεξιών δεν είναι απόλυτη, δηλαδή δεν του ανήκει σε οποιαδήποτε απόσταση από της διασταυρώσεως και αν ευρίσκεται την στιγμή της προβολής του εξερχόμενου εκ της δευτερεύουσας οδού αυτοκινήτου. Και τούτο γιατί είναι προφανές, ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από τη διασταύρωση και ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός, όταν δηλαδή μετά από έλεγχο θα διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη.

“Ελεύθερη” νοείται η διασταύρωση όταν τα εκ δεξιών κινούμενα οχήματα (δηλ. τα έχοντα προτεραιότητα) βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ’ αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φτάσουν σ’ αυτήν, ενώ αντιθέτως ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός (και μη έχων προτεραιότητα) προλαβαίνει να διέλθει.

Σύγκρουση Καθέτως Κινουμένων σε άνευ σημάνσεως διασταύρωση

Αναιρετική Διαδικασία κατ΄άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ

Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την υπαιτιότητα του ενάγοντος, διότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του, σύμφωνα με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος και παραβιάζοντας την προτεραιότητα του 2ου εναγομένου, ο οποίος αν και κινούμενος από αριστερά σε σχέση με τον ενάγοντα οδηγό, είχε εισέλθει πρώτος στην διασταύρωση και μάλιστα είχε διανύσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής (άρθρ. 12, 19 και 20 του ΚΟΚ).

Όμως με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση αναιρείται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, εάν ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήδη 2ος αναιρεσίβλητος είχε αντικειμενική αδυναμία να αντιληφθεί τη μοτοσυκλέτα ή δεν την αντιλήφθηκε, διότι δεν επέδειξε την προσοχή και επιμέλεια συνετού οδηγού, που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο χωρίς σήμανση και υποχρεούται να καταβάλει “ιδιαίτερη” προσοχή, για να μην προκαλέσει κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας στους λοιπούς χρήστες της οδού και κυρίως στους κινούμενους από δεξιά του, όπως ο αναιρεσείων, στους οποίους οφείλει να παραχωρήσει προτεραιότητα, ανεξάρτητα από την τυχόν συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντα, που κατά την ανέλεγκτη παραδοχή του Εφετείου είχε υπερβεί το όριο ταχύτητας της κατοικημένης περιοχής. Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και κυρίως το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του Ν. 2696/1999-ΚΟΚ, δεκτού γενομένου του εκ του άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Διαβάστε περισσότερα στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου



Προτεινόμενα Άρθρα

Συντάκτης: News Team

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΕΡΩΤΗΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ *